Καθολικό Γηροκομείο Κερκύρας

    

 

Όπως έχουμε γράψει στο Χρονικό αυτής της Κοινότητας, η αναγκαιότητα για την ύπαρξη ενός χώρου φιλοξενίας άπορων και ηλικιωμένων καθολικών γυναικών, υπήρξε μια κοινωνική αναγκαιότητα και ένα αίτημα που απασχολούσε την Καθολική Αρχιεπισκοπή της Κέρκυρας από πολύ παλιά. Συχνές υπήρξαν οι αναφορές των διαφόρων εφημερίων της Μητρόπολής μας, πως επισκεπτόμενοι κάποιους από τους ηλικιωμένους ενορίτες και ενορίτισσες, διαπίστωναν πως πολλοί είχαν πεθάνει μόνοι και αβοήθητοι, ενώ άλλοι κατάκοιτοι, υποχρεώνονταν να συντηρούνται από τις αγαθοεργίες των λιγοστών τους γνωστών. Πρώτος, ο εφημέριος του καθεδρικού ναού ο αλήστου μνήμης π. Σπυρίδων Τσίλιας, συνέλαβε την ιδέα κατασκευής ενός ιδρύματος για την φροντίδα αυτού του πληθυσμού, την ευθύνη του οποίου θα ανέθεταν στις φραγκισκανές μοναχές της Μάλτας. Κάτι που απρόσκοπτα άλλωστε συνεχίζεται με την ίδια γενναιόδωρη διαθεσιμότητα έως σήμερα. Αφού λοιπόν ο π. Τσίλιας εξασφάλισε την άδεια του Αρχιεπισκόπου του, καθώς και τα πρώτα οικονομικά μέσα που απαιτούσε ένα τέτοιο έργο, ξεκίνησε την οικοδόμηση του νέου κτιρίου, στο χώρο που σήμερα βρίσκεται η Μονή των Φραγκισκανών Καλογραιών.

Οι εργασίες θα ξεκινήσουν με αρκετά προβλήματα το 1927 και προχωρούσαν με βραδύ ρυθμό, καθότι το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών καλύπτονταν τμηματικώς από τον π. Τσίλια και το φιλικό του περιβάλλον. Προσπαθώντας μάλιστα να κάνει ευρύτερα γνωστή αυτή την προσπάθεια για την ίδρυση του Γηροκομείου, θα απευθυνθεί με διάφορα μέσα σε φίλους και ενορίτες και δεν θα διστάσει να ταξιδέψει στην Μάλτα, όπου οργάνωσε εράνους, αφυπνίζοντας το συναίσθημα των μαλτέζων για τα αδέλφια τους της διασποράς.

Αν και τα ποσά δεν επαρκούν πάντα, ο π. Τσίλιας δεν σταματά να ευχαριστεί τους ανώνυμους και επώνυμους ευεργέτες του: «θέλω να εκφράσω» γράφει «τη μεγάλη μου ευγνωμοσύνη εκ μέρους των φτωχών και των ηλικιωμένων της κοινότητάς μας στην Κέρκυρα. Ήδη, ξεκινήσαμε τις πρώτες οικοδομικές εργασίες αν και για την ολοκλήρωσή τους θα περιμένουμε τη βοήθεια πολλών ακόμα συμπατριωτών μας». Η Κυβέρνηση της Μάλτας, μέλη της Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος, η Προπαγάνδα για τη διάδοση της Καθολικής Πίστης, η Αδελφότητα της Ιεράς Καρδίας του Ιησού, θα’ ναι μερικοί από εκείνους που θα προστρέξουν προς ενίσχυσή του κτιρίου του νέου γηροκομείου. Οι εργασίες τελικά με μηχανικό τον Σπυρίδωνα Τηλιγάδη θα ολοκληρωθούν στις 26 Ιανουαρίου 1934 και στις 18 Μαρτίου, παραμονή της εορτής του προστάτη του Αγίου Ιωσήφ, το ίδρυμα θα εγκαινιαστεί, θα ευλογηθεί και θα παραδοθεί στη Ηγουμένη των Φραγκισκανών της Ιεράς Καρδίας του Ιησού.

Το γηροκομείο, η Μονή των Καλογραιών και το παρακείμενο σχολείο θα συνδεθούν όσο κανείς άλλος θεσμός της Καθολικής Αρχιεπισκοπής με την φτωχική καθολική κοινότητα της Κέρκυρας και θα πρωταγωνιστήσουν σε κάθε κοινωνική και θρησκευτική εκδήλωση: τα χρόνια μετά την ίδρυση, τα χρόνια μέσα στον πόλεμο και στην κατοχή, στην επίταξη του κτιρίου από τα ξένα στρατεύματα, στους βομβαρδισμούς, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κ.α. Όταν τα πρώτα χρόνια του πενήντα ο διευθυντής της εφημερίδος «Καθολική» επισκέφθηκε την Κέρκυρα κι ήρθε στο μοναστήρι, έγραψε σχετικά: «Μας άνοιξε την πόρτα μια γριούλα, που αμέσως μας οδήγησε στην αίθουσα αναμονής. Σε λίγο κατέφθασαν δυο μοναχές, καθώς η ηγουμένη απουσίαζε στην πόλη για υποθέσεις. Περάσαμε στο διπλανό κτίριο, όπου στεγάζεται το γηροκομείο, κέντρο αληθούς αγαθοεργίας. Εκεί βρίσκονται εικοσιπέντε γριούλες μεταξύ αυτών μερικές τυφλές και κωφάλαλες. Για όλες θυσιάζονται οι μοναχές. Όλες διαμένουν δωρεάν. Το γηροκομείο συντηρείται από μικρές δωρεές, κυρίως όμως χάρη στις θυσίες των μοναχών που δεν καταθέτουν τα όπλα μπροστά στις παντός είδους οικονομικές δυσχέρειες. Στα πρόσωπά τους διαφαίνεται η χαρά, ότι επιτελούν στο ακέραιο το καθήκον τους για την αγάπη του Χριστού και προς όφελος των ψυχών. Διευθύνουν το σχολείο, διατηρούν το γηροκομείο, έχουν κατηχητικό, το παρεκκλήσιό τους χρησιμεύει ως ενοριακός ναός, επισκέπτονται και συνδράμουν τις πτωχές οικογένειες, περιθάλπουν τους ασθενείς στα σπίτια, βαλσαμώνουν τον πόνο των πασχόντων και μορφώνουν ηθικά και πνευματικά όλους, ως πραγματικοί άγγελοι του Θεού», κάτι που όλοι ευχόμαστε να συνεχιστεί και σήμερα. Κάτι ίσως που έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη σήμερα.

Μία νέα σχέση μεταξύ του ιδρύματος και της Αρχιεπισκοπής θα δημιουργηθεί με τον ερχομό του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αντωνίου Βαρθαλίτη και την ανάληψη από τον ίδιο της διεύθυνσης του ιδρύματος. Τον Αύγουστο του 1963 θα ξεκινήσει την ανακαίνιση και επέκταση του συγκροτήματος του γηροκομείου, με στόχο να δοθεί μεγαλύτερη άνεση στις υπάρχουσες τροφίμους και ενδεχομένως να αυξήσει τον αριθμό τους. Τον Απρίλιο του 1987 θα ξεκινήσουν και οι πιο πρόσφατες επισκευές πριν την ολοκληρωτική μεταμόρφωση του Ιδρύματος που σήμερα έχουμε τη χαρά να εγκαινιάζουμε.

Η Καθολική Αρχιεπισκοπή και οι διαχειριστές της, σύμφωνοι προς τις οδηγίες των κρατικών υπηρεσιών και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, αποφάσισε το 2005, την εκ βάθρων ανακαίνιση του Ιδρύματος και την επέκτασή του με στόχο την εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και τη διάθεση κάθε σύγχρονου μέσου , για όλες εκείνες που εμπιστεύονταν σ’ αυτόν τον χώρο τη δύση της ζωής τους. Η επέτειος μάλιστα της συμπλήρωσης 100 χρόνων από την πρώτη εγκατάσταση των Φραγκισκανών καλογραιών στην Κέρκυρα, συνέπεσε με την έναρξη των εργασιών για την ανακαίνιση της νέας Μονάδας και την ανάπλαση του περιβάλλοντα χώρου που θα περιηγηθούμε αργότερα.

Έτσι 80 χρόνια μετά την θεμελίωσή της από τον π. Τσίλια και άλλα 45 από την ανακαίνισή της από τον Αρχιεπίσκοπο Βαρθαλίτη, η νέα Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων της Αρχιεπισκοπής μας, υπό την ευθύνη του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Ιωάννη, είναι πλέον ανοιχτή και προσφέρεται ως δώρημα στην τοπική μας κοινότητα, στην τοπική μας Εκκλησία, στην κερκυραϊκή κοινωνία και κυρίως σ’ όλους εκείνους και εκείνες που αφιλόκερδα και απροσχημάτιστα εργάστηκαν για την πραγματοποίησή της.

    Δείτε το Άλμπουμ φωτογραφιών